
Κείμενο που δημοσιεύτηκε σε ένθετο της Εφημ. Ελευθεροτυπία στις 05/02/2002
Αν ρωτούσαμε τους απλούς Ελληνες αν θεωρούν πως οι λεσβίες καταπιέζονται με κάποιον τρόπο, οι περισσότεροι θα απαντούσαν καταφατικά και προσθέτοντας: στο πλαίσιο που αισθάνεται καταπίεση και ένας άντρας ομοφυλόφιλος. Και μπορεί αυτή η εικόνα να αλλάζει σιγά σιγά, αλλά απέχει πολύ από την εικόνα και τη θέση που έχουν οι λεσβίες σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Αν, μάλιστα, συνυπολογίσουμε το γεγονός πως οι Ελληνίδες αποτελούν το 51% του σώματος των ψηφοφόρων, το 40% του εργατικού δυναμικού και το 56% των πτυχιούχων ή φοιτητριών, τότε συνειδητοποιούμε πως ένα ποσοστό τους αφορά και λεσβίες οι οποίες ζουν και κινούνται μέσα στην ελληνική κοινωνία αθέατες και ανύπαρκτες, κλέβοντας -ίσως- κάποιαν άλλη ζωή. Οι αργοί ρυθμοί με τους οποίους η ελληνική κοινωνία αγκαλιάζει κάθε διαφορετικό, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχει να κάνει μόνο με την ψυχολογία του Νεοέλληνα που παραμένει με το ένα πόδι κολλημένος σε παραδοσιακές αξίες, αλλά και με το γεγονός πως έχει το άλλο πόδι να πατά σε νέες κοινωνικές τάσεις και να δίνει την εικόνα του ευγενούς Ευρωπαίου. Εχει να κάνει και με το γεγονός πως η Ελλάδα δεν είχε την ευκαιρία να δεχτεί τόσο έντονα τις δονήσεις των κοινωνικών αλλαγών, που συνέβησαν σε Αμερική και Ευρώπη πριν από μερικές δεκαετίες, ούτε και να ζήσει από κοντά την άνθηση των φεμινιστικών και gay κινημάτων της τότε εποχής. Η Ελλάδα της εποχής εκείνης ζούσε στο γύψο των συνταγματαρχών και η όποιας μορφής επαναστατική διάθεση πνιγόταν μέσα στη λογοκρισία και την εφαρμογή πρακτικών καταστολής. Αυτό σημάδεψε έντονα τα κινήματα κοινωνικής και σεξουαλικής αμφισβήτησης, με αποτέλεσμα οι αλλαγές να συμβαίνουν με πολύ πιο αργούς ρυθμούς σε σχέση με άλλες χώρες του κόσμου.
Με τα παραπάνω προσπάθησα να περιγράψω με λίγα λόγια την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα, και αν λάβουμε υπόψη το γεγονός πως ο Νεοέλληνας είναι μεν ανεκτικός απέναντι σε θέματα ομοφυλοφιλίας, αρκεί τα θέματα αυτά να μη συμβαίνουν μέσα στην οικογένειά του, τότε μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί οι λεσβίες -εκτός μερικών σπάνιων περιπτώσεων- βρίσκονται εύκολα αντιμέτωπες με προβλήματα κριτικής, αρνητικών σχολίων, ανεργίας και επιβίωσης. Συγκεκριμένα, αυτό που προσδοκά η οικογένεια από τις κόρες είναι να τελειώσουν το σχολείο, να πάρουν κάποιο πτυχίο, να βρουν μια δουλειά και μετά να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια, διατηρώντας παράλληλα και τη δουλειά τους. Η κόρη που θα δηλώσει πως θέλει να μείνει μόνη και να αφοσιωθεί στην καριέρα της αντιμετωπίζεται με δυσπιστία, όπως με δυσπιστία αντιμετωπίζεται και η γυναίκα που ανέρχεται στην επαγγελματική βαθμίδα και έχει περισσότερες ικανότητες από τον άντρα συνάδελφο.
Ο φόβος των αρνητικών σχολίων και του κοινωνικού κόστους, αλλά και της αδυναμίας προβολής επιχειρημάτων που θα άλλαζαν αυτή την «κακή» εικόνα, αναγκάζει αρκετές λεσβίες να μη δηλώνουν ανοικτά το σεξουαλικό τους προσανατολισμό και αυτό το γεγονός δεν αφορά μόνο την απλή λεσβία που δουλεύει μεροκάματο σε κάποιο εργοστάσιο, αλλά και την επιστήμονα, τη γυναίκα καριέρας, την εκπαιδευτικό και τη μητέρα. Ολες βρίσκονται αντιμέτωπες με το δίλημμα του τι μπορεί να χάσουν και τι να κερδίσουν. Μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα είναι λογικό πως βαραίνει περισσότερο το τι χάνεται, παρά το τι κερδίζεται. Ο φόβος για μία εκπαιδευτικό, για παράδειγμα, είναι πως θα χάσει τη θέση της και κατ' επέκταση, την καριέρα της λόγω ενός ευαίσθητου επαγγέλματος που επέλεξε (έρχεται σε επαφή με παιδιά διαφόρων ηλικιών και η σεξουαλικότητά της θεωρείται προκλητική, ακόμα και αν δεν βγαίνει παραέξω, ώστε να θεωρηθεί υπαίτια εκμαυλισμού). Για μια μητέρα ο φόβος αυτός περιέχει ακόμα μεγαλύτερη αγωνία, γιατί η κηδεμονία των παιδιών της (και η ικανότητά της να τα αναθρέψει σωστά) θα κριθεί μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου και βασίζεται αποκλειστικά στην «ευαισθησία» της έδρας των δικαστών.
Δεν είναι μόνο ο φόβος της κοινωνικής αντιμετώπισης που αναγκάζει στη σιωπή. Ο φόβος της οικονομικής ανασφάλειας έχει εξίσου ανάλογη βαρύτητα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για θέματα καριέρας και επιβίωσης. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρω πως υπάρχει έντονο πρόβλημα ανεργίας στην Ελλάδα και πως το 18% των νεαρών Ελληνίδων πτυχιούχων δεν μπορεί να βρει δουλειά ανάλογη με τις σπουδές που έχει κάνει. Πόσο, μάλλον, όταν οι λεσβίες ζουν μέσα σε μια κοινωνία που έχει αρχίσει να μεταμορφώνεται από κοινωνία που παράγει κουλτούρα σε κοινωνία του «image making» όπου η εικόνα έχει βαρύτητα, διαμορφώνοντας κοινή γνώμη. Μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε κοινωνία με καταναλωτική κουλτούρα επικεντρωμένη στο χρήμα, το οποίο χρησιμοποιείται σαν βιτρίνα για την προσωπική βελτίωση της καταναλωτικής ζωής του καθενός μας. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας κοινωνίας είναι δύσκολο να ζήσεις ανοικτά τη ζωή σου, αν δεν υπάρχουν θεσμικά και νομικά πλαίσια για να τη στηρίξουν, πόσο μάλλον να απαιτήσεις δικαίωμα στη διαφορετικότητα.
Και εδώ μπορούμε να συγκρίνουμε το νομικό καθεστώς της Ελλάδας με το καθεστώς άλλων ευρωπαϊκών χωρών, που έχουν φροντίσει έτσι ώστε οι αλλαγές να προάγουν ένα θετικό κλίμα για τις λεσβίες. Συγκεκριμένα, τα ίσα δικαιώματα, οι ίσες παροχές και το δικαίωμα μιας ελεύθερης και δημιουργικής ζωής προστατεύεται συνταγματικά και νομικά στην Ολλανδία, τη Γαλλία, τη Δανία (που ήταν και η πρώτη χώρα στον κόσμο που επέτρεψε τη συνένωση ατόμων του ιδίου φύλου με το γάμο το 1989), τη Σουηδία και σε άλλες χώρες, ενώ στην Ελλάδα επικρατεί μια πλήρης έλλειψη νομικών πλαισίων που θα προστάτευαν τις προσωπικές επιλογές του ανώνυμου και επώνυμου πολίτη.
Επίσης, εξακολουθούν να ισχύουν νόμοι που μπορούν ανά πάσα στιγμή να τεθούν σε εφαρμογή και να χρησιμοποιηθούν ως μέσο διασυρμού και εκβιασμού. Παράδειγμα, ένας μεταξικός νόμος περί «προσβολής της δημοσίας αιδούς» που έχει χρησιμοποιηθεί δύο φορές κατά του περιοδικού «ΑΜΦΙ» και έσυρε στα δικαστήρια τους υπεύθυνους έκδοσής του. Την πρώτη φορά τον Λουκά Θεοδωρακόπουλο το 1981 και τη δεύτερη εμένα το 1991. Αλλο παράδειγμα, πρόσφατο, είναι η εφαρμογή ενός ποινικού κώδικα του 1951, σύμφωνα με τον οποίο τιμωρούνται ως αξιόποινες πράξεις ομοφυλόφιλες σχέσεις μεταξύ αντρών που γίνονται επί πληρωμή. Το αδίκημα λέγεται «παρά φύσιν ασέλγεια» και πριν από τις βουλευτικές εκλογές (Απρίλιος 2000) έδωσε αρκετή τροφή στα παράθυρα των δελτίων ειδήσεων, διασύροντας την υπόληψη γνωστών επώνυμων ατόμων, ανάμεσά τους και ενός υποψήφιου βουλευτή, του Χάρη Τομπούλογλου, ο οποίος και αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Συμπληρώνω ότι η ομοφυλοφιλία των γυναικών, στην ίδια περίπτωση, δεν τιμωρείται γιατί πρέπει να παραμένει κρυφή. Ενα ακόμη χαρακτηριστικό της ανδροκρατικής κοινωνίας.
Οσο για την Εκκλησία και την εκπαίδευση, τα πράγματα είναι από πρωτόλεια έως και ανύπαρκτα. Παρά τις διαβεβαιώσεις κάποιων υπουργών Παιδείας για την εισαγωγή του μαθήματος της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία και την έκδοση βιβλίων που θα ανέφεραν και την ομοφυλοφιλία, στην πραγματικότητα δεν έχει γίνει ακόμα τίποτα και η νεολαία εξακολουθεί να είναι έρμαιο των προλήψεων και των δεισιδαιμονιών που μαστίζουν την κοινωνία. Η Εκκλησία, μάλιστα, θεωρεί την ομοφυλοφιλία μιαρή και αμαρτωλή πράξη, αλλά είναι έτοιμη να συγχωρήσει τον ομοφυλόφιλο -αρκεί να μετανοήσει για τις πράξεις του και να μην τις ξανακάνει. Μ' άλλα λόγια, δέχεται τον ομοφυλόφιλο αρκεί να μην έχει καμία ομοφυλόφιλη επαφή. Κατά την άποψή μου η φιλοσοφία τού «αγάπα τον αμαρτωλό, αλλά καταδίκασε την αμαρτία» ούτε βελτιώνει τα πράγματα, αλλά ούτε και απελευθερώνει από συναισθήματα ενοχής, τουναντίον δημιουργεί περισσότερα.
Και πού βρίσκεται η κοινή γνώμη; Η απάντηση έρχεται από μόνη της, αν δούμε κάτω από το μικροσκόπιο το μικρόκοσμο και μακρόκοσμο της ελληνικής κοινωνίας. Η γυναικεία ομοφυλοφιλία, σε αντίθεση με την αντρική, είναι εννοιολογικά μη αναγνωρίσιμη και αυτό γιατί η γυναικεία σεξουαλικότητα είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με τη μητρότητα. Επομένως, ο λεσβιασμός θα πρέπει να παραμένει αθέατος και σιωπηλός γιατί, από κοινωνικής πλευράς, είναι μη αναγνωρίσιμος. Βέβαια, το ότι μια πλευρά της γυναικείας σεξουαλικότητας είναι μη αναγνωρίσιμη, δεν σημαίνει πως είναι και ανύπαρκτη. Επιπροσθέτως, από τα μέσα της δεκαετίας του '80 και μετά, που αρχίζει να καταλαγιάζει το έντονα πολιτικοποιημένο κλίμα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης (πρώτα χρόνια μετά το 1974), τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης προβάλλουν όλο και πιο συχνά θέματα ομοφυλοφιλίας και δεν είναι λίγες οι εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο όπου δίνεται η δυνατότητα σε εκπροσώπους κινημάτων και οργανώσεων να αναπτύξουν τις απόψεις τους. Αρνητικό στοιχείο σε όλο αυτό το κλίμα είναι πως η παρουσία ενός ομοφυλόφιλου χαρακτήρα μέσα από τις σειρές που παίζονται στην ελληνική τηλεόραση, δείχνει έναν ανέραστο τύπο που σχεδόν πάντα αναλαμβάνει να παίξει το ρόλο της παρηγορήτρας της ετεροφυλόφιλης ηρωίδας. Ουδέποτε οι σειρές αυτές είχαν μια λεσβία ηρωίδα, πράγμα που αντανακλά έντονα την άποψη πως η γυναίκα εξακολουθεί να είναι στενά συνδεδεμένη με τη μητρότητα και η οποιαδήποτε αντίθετη εικόνα θεωρείται ακόμα πολύ προχωρημένη και ίσως ασυμβίβαστη.
Πέραν τούτου, το γεγονός πως τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αναφέρονται συχνά σε θέματα διαφορετικής σεξουαλικότητας είναι αρκετό ώστε να δοθεί εμφάνεια σε θέματα που ήταν μέχρι πρότινος ταμπού και να διαμορφωθεί μια νέα κοινή γνώμη όπου η συντριπτική πλειοψηφία (68,7%) των νέων ηλικίας 18-24 ετών δηλώνει πως δεν έχει κανένα πρόβλημα με τις λεσβίες ή τους ομοφυλόφιλους και πως θα ψήφιζε ομοφυλόφιλο/η βουλευτή, όχι όμως πρωθυπουργό ή Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Για τις μεγάλες ηλικίες (55 ετών και άνω) ο χαρακτηρισμός «λεσβία» χρησιμοποιείται ακόμα σαν βρισιά και η νοοτροπία αυτή κάνει δύσκολο για μια λεσβία, όσο καλή διάθεση και να έχει, να μπει στη θέση να εξηγήσει γιατί αγαπά τις γυναίκες ή γιατί έλκεται ερωτικά από γυναίκες, χωρίς να είναι αναγκασμένη να καταρρίπτει με επιχειρηματολογίες το μύθο τού «φάση είναι θα σου περάσει» ή τον άλλο μύθο τού «δεν έχεις βρει ακόμα τον κατάλληλο άντρα» ή να αντιμετωπίσει διάφορα σχόλια, συνήθως ρατσιστικού περιεχομένου.
Το κλίμα έχει αρχίσει να διαμορφώνεται αρκετά θετικά ώστε είναι ζήτημα χρόνου το πότε θα αρχίσουν να θίγονται βασικά ζητήματα που αφορούν και τις λεσβίες, όπως οι σχέσεις με την οικογένεια, ο γάμος, οι ίσες κοινωνικές παροχές, το δικαίωμα στη μητρότητα κ.λπ. που θα βοηθήσουν στην εξοικείωση της ελληνικής κοινωνίας με θέματα διαφορετικότητας. Το σημαντικότερο είναι πως θα βοηθήσει τις νεαρές ηλικίες να καταλάβουν πως η ενστέρνιση της φιλοσοφίας «κάνε ό,τι θέλεις στην προσωπική σου ζωή, αρκεί να μην το μάθει κανένας», δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Δεν απελευθερώνει, αντιθέτως διαιωνίζει συναισθήματα όπως ο φόβος και η ενοχή. Συναισθήματα που όλοι γνωρίζουμε πως απογυμνώνουν το άτομο από την επιθυμία να ζήσει μια πλήρη και εποικοδομητική ζωή.